Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
θρύορον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
θρυλέω
θρύλημα
θρυλητής
θρυλητός
θρύλιγμα
θρυλιγμός
θρυλίζω
θρυλισμός
θρυλίσσω
θρυλλέω
θρύλλημα
θρύλλιγμα
θρυλλίζω
θρυλλίσσω
θρύλλος
θρῦλος
θρυμίς
θρύμμα
θρυμματίς
θρυμνεύεται
θρυόεις
Θρυόεσσα
θρυοκάλαμος
θρυοκοπέω
θρυοκοπία
θρύον
Θρυόν
Θρύον
θρυοπώλης
θρυοπώλιον
θρύορον
θρυοτίλλω
θρύπτακον
θρυπτέον
θρυπτικός
θρυπτικῶς
θρύπτω
θρυσέλινον
θρύσιος
θρυψικός
θρύψις
θρύψιχος
θρυψίχρως
θρυώδης
θρῶναξ
θρῶσις
θρῴσκω
θρώσκω
θρωσμός
θρῳσμός
θρώσσει
θύα
θυάζω
θυάκτας
θυάλημα
Θυαμία
Θύαμις
Θύαμος
θυανία
θύανον
θύαρος
…
θρύορον
Save
Bailly 2024
θρύορον,
ου
(
τὸ
) morelle,
Th.
H.P.
9, 11, 6
dout.
Étym.
v.
θρύον
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}