θύαρος Save LSJ Bailly 2024 Pape θύαρος, ὁ, = αἶρα II, Ps.-Dsc. 2.100. θύαρος, ου (ὁ) ivraie, Diosc. 2, 122 (cf. αἶρα 2). θύαρος, ὁ, = αἶρα, Diosc.