κάσσος
κάσσος, thick garment
κάσσος, ὁ (cf. κασῆς),
- thick garment, Hdn.Gr. 1.208, Hsch.
κάσσος, ὁ, ἱμάτιον παχὺ καὶ τραχὺ περιβόλαιον, Hesych.; Arcad. 76.16 ; s. κάσας.
κάσσος, thick garment