κασταναϊκός Save Bailly 2024 κασταναϊκός, ή, όν [τᾰᾰ] de châtaigne ; κασταναϊκὸν κάρυον, Th. H.P. 4, 8, 11 ; DS. 2, 50, châtaigne. Étym. κάστανον.