Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κασσοποιός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κασκαλίζεται
κάσκανα
κασκάνδιξ
Κάσκας
κασκός
Κασμένη
Κασμύλος
κασοποιός
Κάσος
Κασπάτυρος
Κάσπιος
κασπολέω
κάσσα
Κασσανδάνη
Κασσάνδρα
Κασσάνδρη
Κάσσανδρος
κάσσει
κασσία
Κασσιέπεια
κασσίζω
Κασσιόπη
Κάσσιος
κασσιτερᾶς
Κασσιτερίδες
κασσιτέρινος
κασσιτεροποιός
κασσίτερος
κασσιτερουργός
κασσιτερόω
κασσοποιός
κάσσος
κάσσυμα
κασσύω
Κασσωπία
Κασσώπιος
κασσωρεῖον
κασσωρίς
Καστάβαλα
Κασταλία
Κασταλίς
Κασταλών
κάστανα
Κασταναία
Κασταναϊκόν
κασταναϊκός
καστάναιον
Κασταναῖος
καστανέα
Καστανέα
καστάνεια
καστάνειος
καστανεών
Καστανία
καστάνια
Καστανιάτης
καστανικαί
καστάνιον
Καστανίς
καστανίς
κάστανον
…
κασσοποιός
Save
LSJ
κασσοποιός, ὁ,
= κασοποιός,
Ostr.
1081, al. (ii B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}