κασσιτεροποιός
κασσῐτεροποιός, ὁ,
- = κασσιτερουργός, Ptol. Tetr. 180.
κασσιτερο·ποιός, οῦ (ὁ) [ῐ] ouvrier en étain, Procl. Ptol. p. 251.
Étym. κ. ποιέω.
κασσιτεροποιός, ὁ, Zinngießer, Procl.