Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μικρ
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μιθριδάνιος
Μιθριδάτειος
Μιθριδάτης
Μιθριδατικός
Μιθριδάτιον
μιθριδατισμός
Μιθροβαρζάνης
Μιθροπαύστης
μίθρος
Μίθρος
Μίκα
μίκαι
μίκης
μικιζόμενος
Μικίνης
μικιχιζόμενος
Μικίψας
Μικίων
Μίκκα
Μικκαλίων
Μίκκαλος
Μικκίων
μικκοπρεπής
μικκός
Μίκκος
μικκότρωγος
μικκύλος
Μίκκυλος
μίκλας
μικός
μικρ
μικραδικηταί
μικραδικητής
μικραδικητικός
μικραίτιος
μίκρασπις
μικραῦλαξ
μικρέμπορος
μικροβασιλεία
μικροβασιλεύς
μικρόβιος
μικρόβοτρυς
μικρόβωλος
μικρογένειος
μικρόγενυς
μικρογλάφυρος
μικρογνωμοσύνη
μικρογνώμων
μικρογραφέω
μικρογραφία
μικροδοσία
μικρόδουλος
μικροδύναμος
μικροθαύμαστος
μίκροθεν
μικροθυμέω
μικροθυμία
μικρόθυμος
μικροκαμπής
μικροκάρδιος
μικροκαρπία
…
μικρ
Save
Grieks Nederlands
μικρ(o)-
[μικρός] in compos.,
klein-, licht-, onbelangrijk.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}