μικκύλος
μικκύλος [ῠ], Dim. of μικρός, Mosch. 1.13.
μικκύλος, η, ον [ῠ] tout petit, Mosch. 1, 13.
Étym. dim. de μικκός.
μικκύλος, dim. zu μικκός, dor., Mosch. 1.13.
μικκύλος
Dim. of μικρός, Mosch.