μικρογένειος
μικρογένειος, with small chin
μικρο-γένειος, ον,
- with small chin, Polem.Phgn. 35.
μικρο·γένειος, ος, ον [ῑ] qui a le menton petit, Polém. Physiogn. 1, 13.
Étym. μ. γένειον.
μικρογένειος, mit kleinem Kinne, Polemo phys. 1.13.