μικροθαύμαστος
μικροθαύμαστος, admiring trifles
μικρο-θαύμαστος, ον,
- admiring trifles, Sch. Ar. Eq. 677.
μικροθαύμαστος, kleinigkeiten bewundernd, Schol. Ar. Eq. 677.
μικροθαύμαστος, admiring trifles