μοσχηδόν Save Bailly 2024 Pape μοσχηδόν, adv. comme un veau, Nic. Al. 357. Étym. μόσχος, -δον. μοσχηδόν, nach Kälberart, ἀρτιγενής, μαστοῦ δὲ ποτὸν μοσχηδὸν ἀμέλγοι, Nic. Al. 357.