Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μοσχίων
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μόσυν
Μοσύνοικοι
μόσυνος
Μόσυνος
Μόσυχλος
μοσχανοσῖτος
μοσχάριον
μοσχάς
μοσχέα
μοσχεία
μόσχειος
μοσχέλαιον
μόσχευμα
μοσχευματική
μοσχευματικός
μόσχευσις
μοσχεύω
μοσχῆ
μοσχηδόν
μοσχίας
μοσχιάω
μοσχίδιον
μοσχίναι
μοσχιναῖος
μοσχίνδα
Μοσχίνη
μόσχινος
μοσχίον
μόσχιος
μοσχίτης
Μοσχίων
μοσχοθυτέω
μοσχοθύτης
Μόσχοι
μοσχοκαρύδιον
μοσχοκάρυον
μοσχολατρέω
μοσχομάγειρος
μοσχοποιέω
μοσχοποιΐα
μόσχος
Μόσχος
μοσχοσφραγιστής
μοσχοσφραγιστικά
μοσχόταυρος
μοσχοτομέα
μοσχοτομία
μοσχοτόμος
μοσχοτρόφια
μοσχοτρόφος
μοσχοφάγος
μοσχύνω
μότα
μοτάριον
μοτή
μότημα
Μοτίλος
μοτόν
μοτός
μοτοφυλάκιον
μοτοφύλαξ
…
Μοσχίων
Save
Bailly 2024
Μοσχίων,
ωνος
(
ὁ
)
Moskhiôn,
h.
Dém.
1171, 12
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}