Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μοσχοκάρυον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μοσχανοσῖτος
μοσχάριον
μοσχάς
μοσχέα
μοσχεία
μόσχειος
μοσχέλαιον
μόσχευμα
μοσχευματική
μοσχευματικός
μόσχευσις
μοσχεύω
μοσχῆ
μοσχηδόν
μοσχίας
μοσχιάω
μοσχίδιον
μοσχίναι
μοσχιναῖος
μοσχίνδα
Μοσχίνη
μόσχινος
μοσχίον
μόσχιος
μοσχίτης
Μοσχίων
μοσχοθυτέω
μοσχοθύτης
Μόσχοι
μοσχοκαρύδιον
μοσχοκάρυον
μοσχολατρέω
μοσχομάγειρος
μοσχοποιέω
μοσχοποιΐα
μόσχος
Μόσχος
μοσχοσφραγιστής
μοσχοσφραγιστικά
μοσχόταυρος
μοσχοτομέα
μοσχοτομία
μοσχοτόμος
μοσχοτρόφια
μοσχοτρόφος
μοσχοφάγος
μοσχύνω
μότα
μοτάριον
μοτή
μότημα
Μοτίλος
μοτόν
μοτός
μοτοφυλάκιον
μοτοφύλαξ
μοτόω
μοτρογένειος
μοττίας
μόττυες
Μοτύη
…
μοσχοκάρυον
Save
Pape
μοσχοκάρυον
, τό,
Muskatnuß
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}