Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μοσχόταυρος
μοσχόταυρος, bull-calf
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μοσχευματικός
μόσχευσις
μοσχεύω
μοσχῆ
μοσχηδόν
μοσχίας
μοσχιάω
μοσχίδιον
μοσχίναι
μοσχιναῖος
μοσχίνδα
Μοσχίνη
μόσχινος
μοσχίον
μόσχιος
μοσχίτης
Μοσχίων
μοσχοθυτέω
μοσχοθύτης
Μόσχοι
μοσχοκαρύδιον
μοσχοκάρυον
μοσχολατρέω
μοσχομάγειρος
μοσχοποιέω
μοσχοποιΐα
μόσχος
Μόσχος
μοσχοσφραγιστής
μοσχοσφραγιστικά
μοσχόταυρος
μοσχοτομέα
μοσχοτομία
μοσχοτόμος
μοσχοτρόφια
μοσχοτρόφος
μοσχοφάγος
μοσχύνω
μότα
μοτάριον
μοτή
μότημα
Μοτίλος
μοτόν
μοτός
μοτοφυλάκιον
μοτοφύλαξ
μοτόω
μοτρογένειος
μοττίας
μόττυες
Μοτύη
Μότυον
μοτώ
μοτώδης
μότωμα
μότωσις
μου
μοῦ
μουγκρίζω
Μούζιρις
…
μοσχόταυρος
Save
μοσχόταυρος, bull-calf
LSJ
μοσχό-ταυρος, ὁ,
bull-calf,
Al.
Le.
4.3.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}