σαφέως
σαφέως, clearly
σαφέως, v. σαφῶς.
σαφέως, ion. = σαφῶς, adv. von σαφής ; = σάφα ; H.h. Cer. 149 ; μαρτυρήσω, Pind. Ol.
σᾰφέως
- 1clearly τοῦτό γέ οἱ σαφέως μαρτυρήσω O. 6.20 “φράσσατέ μοι σαφέως” P. 4.117