σαφανής
σᾰφ-ᾱνής, v. σαφηνής.
σαφανής, v. σαφηνής.
σᾰφᾱνής
- 1clear n. s. pro subs. τὸ δὲ σαφανὲς κατέφρασεν, ὁπᾷ O. 10.55
σαφανής
σαφᾱνής, ές
Doric for σαφηνής.