Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σαφέω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
σαυρίτης
σαυρῖτις
σαυροβριθής
σαυροειδής
σαυροκτόνος
Σαυρομάται
Σαυρομάτης
Σαυροματικός
Σαυροματίς
σαυροπατίς
σαῦρος
σαυρωτήρ
σαυρωτός
σαύσακας
σαῦσαξ
σαύσαξ
σαυσαρισμός
σαυσαρός
σαυσιαλεῖ
σαυτῆς
σαυτόν
σαυτορία
σαυτοῦ
Σαυφήιος
σαυχμός
σάφα
Σαφά
σαφαν
σαφανής
σάφεια
σαφέω
σαφέως
σαφηγορίς
σαφήνεια
σαφηνέω
σαφηνέως
σαφηνής
σαφηνία
σαφηνίζω
σαφηνισμός
σαφηνιστέον
σαφηνιστής
σαφηνιστικός
σαφηνῶς
σαφής
σαφήτωρ
σαφθώ
Σάφφω
σαφώνιον
σαφῶς
σαχθείς
σάχματα
σαχνός
σαχρός
σαψίς
σᾶψις
σάω
Σαώ
Σαώκης
σάωμι
Σάων
…
σαφέω
Save
LSJ
σᾰφ-έω, =
σαφηνίζω,
Gal.
14.596,
Suid.
; elsewhere only in compds.,
δια-σαφέω,
etc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}