Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συμφάγω
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συμπτερόομαι
συμπτερόω
συμπτερύσσομαι
συμπτυκτικός
σύμπτυκτος
σύμπτυξις
συμπτύσσω
σύμπτυστος
συμπτυχή
συμπτωθέν
σύμπτωμα
συμπτωματικός
συμπτωματικῶς
συμπτωσία
σύμπτωσις
συμπτωτός
σύμπτωχος
συμπυκάζω
σύμπυκνος
συμπυκνόω
συμπυνθάνομαι
συμπυριάω
συμπυρόω
συμπυρπολέω
σύμπωθι
συμπωλέω
συμπωρόομαι
συμπωρόω
συμφαγεῖν
συμφάγῃ
συμφάγω
συμφαής
συμφαίνομαι
συμφάναι
συμφάνεια
συμφανερόω
συμφανής
σύμφανσις
συμφαντάζομαι
συμφαντικός
συμφανῶς
σύμφασις
συμφάσκω
συμφατικός
συμφέρει
συμφέρον
συμφερόντως
συμφερτός
συμφέρω
συμφερώτερος
συμφεύγω
σύμφημι
συμφήτωρ
συμφθάνω
σύμφθαρσις
συμφθέγγομαι
συμφθείρω
συμφθίνω
σύμφθογγος
συμφιβλόομαι
συμφιλέω
…
συμφάγω
Save
Grieks Nederlands
συμφάγω
conj. aor.
van
συνεσθίω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}