About Report a problem

Menu

τιμοκρατικός

τιμοκρατικός, of or for a τιμοκρατία, timocratic

Could not find τιμοκρατικῇ in Logeion dictionaries.

τιμοκρατικῇ feminine dative singular of τιμοκρατικός

See τιμοκρατικῇ in Morpho

τῑμο-κρᾰτικός, ή, όν,
  • of or for a τιμοκρατία I, timocratical, νεανίας Pl. R. 549b, cf. 580b.
    • II ἡ τ. πολιτεία, = τιμοκρατία II, Arist. EN 1160a34.

Saved

Recent