φείδομαι
φείδομαι, to spare
Could not find φείσῃ in Logeion dictionaries.
φείσῃ Verb: aorist middle subjunctive 2nd singular, Verb: future middle indicative 2nd singular of φείδομαι
- spare:
- I spare persons and things, e.g. in war, i.e. not destroy them, c. gen., Τρώων Il. 21.101; ἀνδρός 24.158, cf. Od. 9.277, 22.54, Pl. Ap. 31a; Ἰλίου Il. 15.215; Ἄρης οὐκ ἀγαθῶν φ. Anacr. l.c.; ἀπʼ ἀνδρῶν ὧν Ἄρης ἐφείσατο A. Th. 412; γῆς πατρίδος Sol. l.c.; μὴ φείσῃ βίου spare not my life, S. Ph. 749; μὴ φείδεσθε . . στρατοῦ Id. Aj. 844; φ. μήτε ἰδίου μήτε δημοσίου οἰκοδομήματος Th. 1.90, cf. 3.74: abs., spare, be merciful, ib. 59.
- II spare persons and things in using them, use sparingly, ἵππων φειδόμενος, i.e. taking care of them, Il. 5.202; πίθου μεσσόθι φ. Hes. Op. 369; φ. ὃν εἶχε βίον (βίον by attraction to the relat.) Thgn. 908; ἰδίᾳ μὲν τῶν <ὄντων> φείδομαι δημοσίᾳ δὲ λῃτουργῶν ἥδομαι Lys. 21.16; φείδεσθε τοὐλαίου σφόδρα Pl. Com. 190: in this sense, most freq. with a negat., οὐ φ. not to spare, i.e. to use or give freely, οὐδέ νυ τοῦ περ [δέπαος] φείσατο Il. 24.236; μὴ φείδεο σίτου Hes. Op. 604; θνῄσκωμεν ψυχέων μηκέτι φειδόμενοι Tyrt. 10.14; τᾶς ζωᾶς Id. 15.5; σφετέρας οὐ φείσατο νευρᾶς Pi. I. 6(5).33; φείδεο τῶν νεῶν, μηδὲ ναυμαχίην ποιέο Hdt. 8.68.αʹ; τούτων φ. μηδενός Id. 9.41, cf. 39; φείδοντο κέντρων οὐδέν S. El. 716; οὐδὲν φ. αὐτῶν οὔτʼ ἐν πόνοις κτλ. X. Cyr. 4.2.1, cf. 7.1.29; οὔτε τοῦ σώματος οὔτε τῶν ὄντων And. 2.11; οὐδενὸς ἂν ἐφείσατο τῶν ἑαυτοῦ Lys. 19.24; οὔθʼ ἱερῶν κτεάνων οὔτε τι δημοσίων φ. Sol. 4.13; μήτε χρημάτων μήτε πόνων Pl. Phd. 78a: later also c. acc., τῶν συμμάχων and τὰ τῶν συμμάχων both in D.C. 50.20.
- 2 abs., to be sparing, live thriftily, φείδεσθαι μὲν ἄμεινον Thgn. 931; τοὺς φειδομένους καὶ τοὺς ἀκριβῶς διαιτῶντας And. 4.32; οἱ γεωργοῦντες καὶ φ. D. 24.172, cf. Antipho Soph. 53; freq. in part. φειδόμενος, η, ον, thrifty, Ar. Pl. 247, 553 (anap.), etc.; ὄμμασι φειδομένοις with shrinking, shy eyes, AP 12.21 (Strat.), cf. 5.215 (Agath.), 268 (Id.); αἱ μὴ φ. (sc. μέλισσαι) the unthrifty ones, Arist. HA 627a20: also ἔπαινοι πάνυ πεφεισμένοι Luc. Hist.Conscr. 59; πεφιδημένα δάκτυλα Nonn. D. 12.392; cf. πεφεισμένως, φειδομένως.
- III have consideration for, τῆς τοῦ λόγου συμμετρίας Plu. Cons.Apoll. 2.114b: with neg., pay no heed to, οὔτʼ ἀνθρώπων φείδεται οὔτε θεῶν AP 5.278 (Paul.Sil.), cf. 7.706 (Diog.).
- IV draw back from, refrain from, θαλάσσας Alc. Supp. 4.13 (prob.); κελεύθου Pi. N. 9.20; κινδύνου X. Cyr. 5.5.18; τᾶς θήρας Bion Fr. 10.12; τοῦ λέγειν, τοῦ ἀκολουθεῖν, X. Cyr. 1.6.19 (v.l.), HG 7.1.24; φείδου μηδὲν ὧνπερ ἐννοεῖς S. Aj. 115, cf. E. Med. 401, etc.; οὐδενὸς φεισάμενος οὔτε τῶν πρὸς τοὺς θεοὺς οὔτε τῶν πρὸς τοὺς πολίτας δικαίων SIG 708.36 (Istropolis, ii B.C.): (abs., μὴ φείδεσθε E. Tr. 1285; φείδου μηδέν Id. Hec. 1044; μὴ φείδου, εἴ τι ἔχεις διδάσκειν X. Cyr. 1.6.35): c. inf., spare to do, forbear from doing, dub. in E. Or. 393 (fort. abs., post φείδου δʼ distinguendum); also φ. μή τι δρᾶσαι τῶν τυραννικῶν Pl. R. 574b; τί φειδόμεσθα τῶν λίθων . . μὴ οὐ καταξαίνειν τὸν ἄνδρα; Ar. Ach. 319 (troch.).
- V in LXX, with Preps., φ. ἐπί τινι have mercy upon . ., LXX Je. 15.5, 21.7; ἐπί τινα Id. 28(51).3; φ. περί τινος to keep oneʼs hands off . ., 2 Ki. 12.6 (but φ. περὶ κακώσεως spare to hurt, ib. Si. 13.12); φ. ὑπὲρ τῆς κολοκύνθης Jn. 4.10; ἀπό τινος 1 Ki. 15.3, Ez. 24.21; φ. τι ἀπό τινος keep it off, Jb. 30.10; φ. τῆς ψυχῆς ἀπὸ θανάτου ib. 33.18, cf. Ps. 18(19).14; φειδεύμενοι (from contr. φειδέομαι) is cj. for φιλεύμεναι in Eus.Mynd. 17.
1. sparen, met gen.:
2. zich verre houden van, vermijden,
schonen, verschonen ; mit dem gen., ἵππων, λαῶν, u. vgl., Il. 5.202, 15.215, 21.101, 24.158, Od. 9.277, 22.54 ; οὐ φείσατο χερσὶν νευρᾶς Pind. I. 5.33 ; κελεύθου N. 9.20 ; ἐφείσατό τινος Aesch. Spt. 394 ; μὴ φείσῃ βίου Soph. Phil. 739, u. öfter, wie Eur. u. Ar.; φείδεο τῶν νεῶν, μηδὲ ναυμαχίην ποιέο Her. 8.68.1 ; – bes. vom Vermögen, sparen, sparsam sein ; spärlich, selten reichen ; Il. 24.236 ; σίτου Hes. O. 606, vgl. 371 ; οἱ γεωργοῦντες καὶ φειδόμενοι Dem. 24.172 ; vgl. noch φειδομένῳ βλέμματι ἰδεῖν Agath. 4 (V.210); φειδομένοις ὄμμασι νεύειν Strat. 16 (XII.71); φειδομένῳ χείλει φιλεῖν Agath. 11 (V.269); φειδομένῃ ὁρμῇ Ep.adesp. 301 (Plan. 140). – Dah. sich enthalten, vermeiden, sich entziehen, τοῦ κινδύνου, τοῦ λέγειν, Xen. Cyr. 4.6.19, 5.5.18 ; – auch c. inf., ablassen, unterlassen, Eur. Or. 393 ; ἆρʼ εὐλαβηθείη ἂν καὶ φείσαιτο μή τι δρᾶσαι τῶν τυραννικῶν Plat. Rep. IX.574b ; μὴ φείδου διδάσκειν Xen. Cyr. 1.6.35 ; u. öfter in der Anth., φείδεο κόπτειν, αἰτῆσαι, Zonas 5, Philodem. 10 (IX.312. V.121); αἱμάξαι Strat. 63 (XII.221).
3 sing. fut. πεφιδήσεται Il. 15.215, Il. 24.158, 187.
3 sing. aor. φείσατο Il. 24.236.
Aor. opt. πεφιδοίμην Od. 9.277.
3 sing. πεφίδοιτο Il. 20.464.
Infin. πεφιδέσθαι Il. 21.101.
With genit.
- 1
To abstain from harming, keep one’s hands off, have mercy upon, spare : ἱκέτεω Il. 24.158= 187. Cf. Il. 15.215, Il. 20.464, Il. 21.101 : Od. 9.277, Od. 16.185, Od. 22.54.
- 2
To save from injury or inconvenience, be solicitous for, spare : ἵππων Il. 5.202.
- 3
Not to have the heart to part with, to withhold, keep back, spare : δέπαος Il. 24.236.
- 1
- 1refrain from, renounce οὐδὲ Κρονίων ἀστεροπὰν ἐλελίξαις οἴκοθεν μαργουμένους στείχειν ἐπώτρυν, ἀλλὰ φείσασθαι κελεύθου N. 9.20 σφετέρας δʼ οὐ φείσατο χερσὶν βαρυφθόγγοιο νευρᾶς Ἡρακλέης I. 6.33
Strong 5339
to spare: II Co 13:2; c. gen. pers., Ac 20:29, Ro 8:32 11:21, I Co 7:28, II Co 1:23, II Pe 2:4, 5; c. inf., to forbear, II Co 12:6.†
- Dep. to spare, Lat. parcere:
- Ito spare persons and things in war, i. e. not destroy them, c. gen., Hom., Attic:—absol. to spare, be merciful, Thuc.
- IIto spare in using, to refrain from using, use sparingly, ἵππων φειδόμενος, i. e. taking care of them, Il.; μὴ φείδεο σίτου Hes.; φείδεο τῶν νηῶν Hdt.; τι φειδόμεσθα τῶν λίθων; why refrain from using them? Ar.; φ. μήτε χρημάτων μήτε πόνων Plat.
- 2absol. to be sparing, be thrifty, live thriftily, Theogn.; οἱ γεωργοῦντες καὶ φειδόμενος Dem.:—this part is used as adj. = φειδωλός, Ar.:— adv. φειδομένως sparingly, NTest., Plut.
- IIIto draw back from, τοῦ κινδύνου Xen.; φείδου μηδὲν ὧνπερ ἐννοεῖς shrink not at all from that thou hast in mind, Soph.:—also c. inf. to spare or cease to do, forbear from doing, Eur.
-
…ὅλην πανταχοῦ προσκαθίζων. τοιοῦτος οὖν ἄλλος οὐ ῥᾳδίως ὑμῖν γενήσεται, ὦ ἄνδρες, ἀλλʼ ἐὰν ἐμοὶ πείθησθε, φείσεσθέ μου · ὑμεῖς δʼ ἴσως τάχʼ ἂν ἀχθόμενοι, ὥσπερ οἱ νυστάζοντες ἐγειρόμενοι, κρούσαντες ἄν με, πειθόμενοι Ἀνύτῳ…
Plato, Apology
-
…ἐμβεβαῶτα ἀρχεύειν Τρώεσσι κατὰ κρατερὰς ὑσμίνας · ἀλλʼ ἐγὼ οὐ πιθόμην · ἦ τʼ ἂν πολὺ κέρδιον ἦεν · ἵππων φειδόμενος, μή μοι δευοίατο φορβῆς ἀνδρῶν εἰλομένων εἰωθότες ἔδμεναι ἄδην. ὣς λίπον, αὐτὰρ πεζὸς ἐς Ἴλιον εἰλήλουθα τόξοισιν…
Homer, Iliad
-
…, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσιν · ἀλλʼ ἵληθʼ, ἵνα τοι κεχαρισμένα δώομεν ἱρὰ ἠδὲ χρύσεα δῶρα, τετυγμένα · φείδεο δʼ ἡμέων τὸν δʼ ἠμείβετʼ ἔπειτα πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς · οὔ τίς τοι θεός εἰμι · τί μʼ ἀθανάτοισιν ἐΐσκεις…
Homer, Odyssey
-
…, ἐκ δὲ δέπας περικαλλές, ὅ οἱ Θρῇκες πόρον ἄνδρες ἐξεσίην ἐλθόντι μέγα κτέρας · οὐδέ νυ τοῦ περ φείσατʼ ἐνὶ μεγάροις ὃ γέρων, περὶ δʼ ἤθελε θυμῷ λύσασθαι φίλον υἱόν. ὃ δὲ Τρῶας μὲν ἅπαντας αἰθούσης ἀπέεργεν…
Homer, Iliad
-
…, πῆμα δὲ θυμῷ χρηίζειν ἀπεόντος, ἅ σε φράζεσθαι ἄνωγα. ἀρχομένου δὲ πίθου καὶ λήγοντος κορέσασθαι, μεσσόθι φείδεσθαι · δειλὴ δʼ ἐνὶ πυθμένι φειδώ. μισθὸς δʼ ἀνδρὶ φίλῳ εἰρημένος ἄρκιος ἔστω. καί τε κασιγνήτῳ γελάσας ἐπὶ…
Hesiod, Works and Days
-
…δὲ τοῦ πεζοῦ ἐπέταξε τὴν πᾶσαν ἵππον. ὡς δέ οἱ πάντες διετετάχατο, παραίνεσε τῶν μὲν ἄλλων Λυδῶν μὴ φειδομένους κτείνειν πάντα τὸν ἐμποδὼν γινόμενον, Κροῖσον δὲ αὐτὸν μὴ κτείνειν, μηδὲ ἢν συλλαμβανόμενος ἀμύνηται. ταῦτα μὲν παραίνεσε…
Herodotus, The Histories
-
…, τὼς αὐτοσφαγεῖς πρὸς τῶν φιλίστων ἐκγόνων ὀλοίατο. ἴτʼ, ὦ ταχεῖαι ποίνιμοί τʼ Ἐρινύες, γεύεσθε, μὴ φείδεσθε πανδήμου στρατοῦ · σὺ δʼ, ὦ τὸν αἰπὺν οὐρανὸν διφρηλατῶν Ἥλιε, πατρῴαν τὴν ἐμὴν ὅταν χθόνα ἴδῃς ,…
Sophocles, Ajax
-
…ἀπειλήσω τό γε θυμῷ · αἴ κεν ἄνευ ἐμέθεν καὶ Ἀθηναίης ἀγελείης Ἥρης Ἑρμείω τε καὶ Ἡφαίστοιο ἄνακτος Ἰλίου αἰπεινῆς πεφιδήσεται, οὐδʼ ἐθελήσει ἐκπέρσαι, δοῦναι δὲ μέγα κράτος Ἀργείοισιν, ἴστω τοῦθʼ ὅτι νῶϊν ἀνήκεστος χόλος ἔσται. ὣς…
Homer, Iliad
-
…ἐϋκτιμένης βασιλεύοι αὐτός, ἀτὰρ σὸν παῖδα κατακτείνειε λοχήσας. νῦν δʼ ὁ μὲν ἐν μοίρῃ πέφαται, σὺ δὲ φείδεο λαῶν σῶν · ἀτὰρ ἄμμες ὄπισθεν ἀρεσσάμενοι κατὰ δῆμον, ὅσσα τοι ἐκπέποται καὶ ἐδήδοται ἐν μεγάροισι, τιμὴν ἀμφὶς…
Homer, Odyssey
-
…, τὸν δὲ σχεδὸν ἄορι τύψας. Τρῶα δʼ Ἀλαστορίδην, ὃ μὲν ἀντίος ἤλυθε γούνων, εἴ πώς εὑ πεφίδοιτο λαβὼν καὶ ζωὸν ἀφείη μηδὲ κατακτείνειεν ὁμηλικίην ἐλεήσας, νήπιος, οὐδὲ τὸ ᾔδη ὃ οὐ πείσεσθαι ἔμελλεν · οὐ…
Homer, Iliad