φληνάφημα
φληνᾰφ-ημα, ατος, τό,
- = φλήναφος, E. Ep. 5.2 (pl.).
φληνάφημα, ατος (τὸ) [ᾰφ] sot bavardage, Eur. Epist. 5.
Étym. φληναφάω.
φληνάφημα, τό, Geschwätz ; Schol. Ar. Thesm. 468 ; Eur. Ep. 5.