Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ψηκτρίς
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ψευστέω
ψευστήρ
ψεύστης
ψευστία
ψευστικός
ψεῦστις
ψεύστρια
ψεύσω
ψεφαίαις
ψεφαῖος
ψεφαρός
ψέφας
ψεφαυγής
ψεφαυγοῦς
ψεφεννός
ψεφηνός
ψεφοειδής
ψέφος
ψέφω
ψέω
ψῇ
ψῆγμα
ψηγμάτιον
ψηκεδών
ψηκτήρ
ψηκτός
ψήκτρα
ψήκτρια
ψηκτρίζω
ψηκτρίον
ψηκτρίς
ψῆλαι
ψηλαφάω
ψηλάφημα
ψηλάφησις
ψηλαφητέον
ψηλαφητής
ψηλαφητικῶς
ψηλαφητός
ψηλαφία
ψηλαφίζω
ψηλαφίνδα
ψηλαφώδης
ψήληκες
ψήληξ
ψημύθιον
ψήν
ψηνίζω
ψηνός
ψηνύξαι
ψῆξις
ψήρ
ψῆρας
ψηροπυρίτας
ψηρός
ψῆσσα
ψησσίον
ψηστός
ψῆττα
ψηττάδιον
ψηττάριον
…
ψηκτρίς
Save
LSJ
Pape
ψηκτρίς and
ψηκτρία
(fort.
ψήκτρια
).
ψηκτρίς
, ίδος, ἡ, = ψήκτρα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}