ψεῦστις Save LSJ Pape ψεῦστις, ιδος, ἡ, fem. of ψεύστης, νύξ Epigr.Gr. 418 (Cyrene). ψεῦστις, ἡ, fem. zu ψεύστης, Inscr., s. Welcker Syll. epigr. 50.3.