ψέφος
ψέφος, darkness
ψέφος, εος, τό,
- darkness, cj. Lobeck in Alc. 112 (ψόφου, σκότου codd.), cf. Gal. 19.156; = καπνός, Hsch.
ψέφος, εος-ους (τὸ) obscurité, Alc. 108.
ψέφος, τό, auch ψέφας, Dunkel, Finsternis, Dunst, Rauch, VLL Vgl. κνέφας, ζόφος.
ψέφος, ος, εος, τό,
- darkness, Alcae.