ψηφηφορέω Save LSJ Bailly 2024 Pape ψηφη-φορέω, ψηφη-φορία, later forms of ψηφοφ-. ψηφηφορέω, vulg. p. ψηφοφορέω, DH. 4, 20, etc. ψηφηφορέω, sp. Form von ψηφοφορέω.