Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ψηφοθετέω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ψηττάριον
ψηττοειδής
ψηττόποδες
Ψηττόποδες
ψήφαξ
ψηφάς
ψηφηδακέω
ψηφηφορέω
ψηφηφορία
ψηφηφόρος
ψηφίδιον
ψηφιδοφόρος
ψηφιδώδης
ψηφίζω
ψηφικός
ψήφινος
ψηφίον
ψηφίς
ψήφισις
ψήφισμα
ψηφισματογράφος
ψηφισματοπώλης
ψηφισματώδης
ψηφισμός
ψηφιστέον
ψηφιστής
ψηφιστικός
ψηφοβόλον
ψηφοειδής
ψηφοθεσμία
ψηφοθετέω
ψηφοθέτημα
ψηφοθέτης
ψηφοθήκη
ψηφοκλέπτης
ψηφολογεῖον
ψηφολογέω
ψηφολόγημα
ψηφολογητός
ψηφολογία
ψηφολογικός
ψηφολόγος
ψηφομαντεία
ψηφοπαικτέω
ψηφοπαίκτης
ψηφοπαιξία
ψηφοπεριβομβήτρια
ψηφοποιός
ψῆφος
ψηφοφαγέω
ψηφοφορέω
ψηφοφορία
ψηφοφόρος
ψηφόω
ψηφώδης
ψήφων
ψηφών
ψήφωσις
ψηφωτός
ψηχρός
ψήχω
…
ψηφοθετέω
Save
Pape
ψηφοθετέω
,
eingelegte Arbeit machen
, bes.
Fußböden auslegen
, Philox. gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}