ἀδυνατία Save DGE Bailly 2024 Pape ἀδυνατία -ας, ἡ impotencia Dinol.9. ἀδυνατία, ας (ἡ) [ᾰῠᾰτ] mot sicil. c. ἀδυναμία, Dinol. (Bkk. p. 345). ἀδυνατία, ἡ, = ἀδυναμία, VLL.