ἀφικνέομαι
ἀφικνέομαι, ἀφικνέομαι, ἀφίξομαι, ἀφῑκόμην, ΧΧΧ, ἀφῖγμαι, ΧΧΧ, arrive
Could not find ἀφίκευ in Logeion dictionaries.
ἀφίκευ Verb: aorist middle imperative 2nd singular, Verb: aorist middle indicative 2nd singular of ἀφικνέομαι
- arrive at, come to, reach: Constr., in Hom., Pi., and Trag. mostly c. acc. loci, Il. 13.645, Pi. P. 5.29, A. Pers. 15, etc.; ὅνδε δόμονδε Hes. Sc. 38: in Hom. also c. acc. pers., μνηστῆρας ἀ. came up to them, Od. 1.332, cf. 11.122, etc.; ὅτε μʼ ἄλγος ἀφίκετο came to me, Il. 18.395; similarly, τοῦτον νῦν ἀφίκεσθε come up to this throw ! Od. 8.202; freq. also with Preps., ἀ. ἐς . . Il. 24.431, Od. 4.255, etc.; less freq. ἐπί . . Il. 10.281, 22.208; still more rarely κατά . ., ποτί . ., 13.329, Od. 6.297; ἀ. πρὸς τέλος γόων S. OC 1622; ἐπὶ τῶν νήσων X. HG 5.1.2; ἄχρι τοῦ μὴ πεινῆν ἀ. Id. Smp. 4.37; θανάτου τοῦτʼ ἐγγυτάτω τοὔπος ἀφῖκται S. Ant. 934; παρά τινος ἀ. Id. OT 935, etc.: abs., arrive, ὁπποίης ἐπὶ νηὸς ἀφίκεο Od. 1.171; ὅταν ἀ. ὥρη Thgn. 723; σῖτος ἀφικνούμενος D. 20.31; ὁ ἀφικνούμενος the stranger, newcomer, IG 1(2).118.11:—Phrases:
- 1 ἀ. ἐπὶ or εἰς πάντα, to try every means, S. OT 265, E. Hipp. 284; ἀ. ἐς πᾶσαν βάσανον Hdt. 8.110; ἐς διάπειράν τινος ἀ. Id. 2.28, 77; ἐπὶ τὸ τέμνειν μῦς ἀ. Gal. 2.230.
- 2 come into a certain condition, ἀ. ἐς πᾶν κακοῦ Hdt. 7.118; ἐς ἀπορίην πολλήν Id. 1.79; ἐς τοσοῦτο τύχης, ἐς τοῦτο δυστυχίας, come into such a . ., ib. 124, Th. 7.86; ἐς ὀλίγον ἀ. νικηθῆναι come within little of being conquered, Id. 4.129; εἰς τὸ ἴσον ἀ. τινί attain equality with . ., X. Cyr. 1.4.5; εἰς ὀργήν Men. Pk. 44; ellipt., ἐς ἄνδρʼ ἀφίκου reachedst manʼs estate, E. Ion 322.
- 3 of intercourse with others, ἀ. τινὶ ἐς λόγους hold converse with one, Hdt. 2.28; ἐς ἔχθεα, ἐς ἔριν ἀ. τινί, Id. 3.82, E. IA 319; διὰ μάχης, διʼ ἔχθρας ἀ. τινί, Hdt. 1.169, E. Hipp. 1164; διὰ λόγων ἐμαυτῇ Id. Med. 872.
- b less freq. c. dat. pers., ἀ. τινί come at his call, Pi. O. 9.67, Hdt. 5.24, Th. 4.85.
- 4 εἰς τόξευμα ἀ. come within shot, X. Cyr. 1.4.23, etc.
- 5 of things, ἐς ὀξὺ ἀ. dub. l. for ἀπηγμένα, -μένας in Hdt. 2.28, 7.64; ὁ λόγος εἰς ταὐτὸν ἀ. Arist. EN 1097a24, cf. 1167a12, al.
- II the sense of return is sts. implied in the context, but is not inherent in the word, as Od. 10.420, Pi. P. 8.54, E. El. 6, Pl. Chrm. 153a.
I
1 c. suj. de pers. y compl. de lugar o cosa llegar, alcanzar c. ac.
νῆας
πατρίδα γαῖαν
Ἴλιον ἱρήν
Σούνιον
ἄλλων δῆμον
ὅνδε δόμονδε
δόμους
οἴκαδε
ἄστυ τὸ Περσῶν
πόλιν
τοῦτον νῦν ἀφίκεσθε
alcanzad ese tiroτὸν καταρράκτην ὁδόν
el escarpado caminoἀφίκετο Ἀθήναζε
τὴν ἡμέραν ἣν ἀφίξοιτο
• c. prep. esp. εἰς, ἐς:
ἐς κλισίην
ἐς πεδίον
ἐς τὰς Ἀφέτας
εἰς τὴν ἑαυτῶν πόλιν
ἐπειδὴ εἰς τόξευμα ἀφίκοιντο
tan pronto como se pusieran a tiro, llegaran a un tiro de flechaεἰς Μακεδονίαν
ἐς νῆσον
• c. otras prep. y ac. llegar
ἐπὶ νῆας
ἐπὶ κρουνούς
ἐπὶ τὴν εὐνήν
κατὰ στρατόν
ποτὶ δώματα
ποτὶ βένθεα νυκτός
πρὸς τὴν Ἀττικήν
ὄφρ' ... γαῖαν ὕπο στυγερὴν ἀφικοίμην
para llegar bajo la odiosa tierra e.d. morir
• tb. c. ἐπί y gen.
ἐπὶ τῶν νήσων
ἐπὶ τοῦ εὐωνύμου
• c. adv.
οὔδ' ἢν ἔνθ' ἀφίκηαι ἀλωμένη
ni si llegas allí erranteμοι εὐθέως ἀφικομένῳ
τί δεῦρ' ἀφίκεσθ' ἱκεσίοισι σὺν κλάδοις ...;
• abs.
ὁπποίης τ' ἐπὶ νηὸς ἀφίκεο
en qué barco has llegadoτούτων τεχνίτης ἀφίξει
tú llegarás a ser el artesano de estoὁ ἀφικνόμενος Ἀθηναίων
el ateniense que llega(σῖτον) ... τὸν ἐκ τῶν ἄλλων ἐμπορίων ἀφικνούμενον
ἀφικόμενος δ' ἑβδομαῖος
ὁ ἀφικόμενος
el que ha venido, el Mesías
• c. suj. de cosas y compl. de pers.
ὅτε μ' ἄλγος ἀφίκετο
ἡ γὰρ ὑμῶν ὑπακοὴ εἰς πάντας ἀφίκετο
τὸ πρᾶγμα εἰς ὑμᾶς ἀφῖκται
ἀφικνεῖται αὐτοῖς ἀγγελία
ἐς ἐμὲ κλέος ἀφῖκται
ὁπότ' ἂν ... νῆας ἀφίκηται ἀϋτή
οὐκ ἀφικνεῖται ἐς ὀστέων ψιλώματα
no llegan (las partes necrosadas) al descarnamiento de los huesosἐς τὴν κοιλίην ἀ.
θανάτου τοῦτ' ἐγγυτάτω τοὔπος ἀφῖκται
τὸ σὸν δ' ἀφῖκται δεῦρο ... στόμα
ἀγγελία ... ἀφικνεῖτο δὲ καὶ πανταχόθεν
ὅταν ... ἀφίκηται ὥρη
ὅταν δὲ ἡ ἡμέρα Κυρίου ... ἀφίκηται
2 c. suj. y compl. de pers. llegar ante, presentarse a
ἡ δ' ὅτε ... μνηστῆρας ἀφίκετο δῖα γυναικῶν
ἀλλ' ἀφίκευσο ποθ' ἁμέ
Σκύθας δ' ἀφίξῃ
βαρβάρους
εἰς Μήδους
πρὸς τὸν Κόιντον
παρ' αὐτόν
παρὰ ἄνδρα
ἀφίκοντο δέ οἱ ξένοι ἔκ τ' Ἄργεος
llegaron ante él extranjeros de Argosἀπίκνεό μοι
ἀσμένοις ὑμῖν ἀφῖγμαι
3 c. suj. de pers. en cont. donde el lugar al que se llega es el mismo del que se partió volver, regresar
αὐτὴ δ' ἂψ ἐς Ὄλυμπον ἀφίκετο
volvió de nuevo al Olimpoὡς εἴ τ' εἰς Ἰθάκην ἀφικοίμεθα
como si volviéramos a Ítacaἀφίξεται ... Ἄβαντος εὐρυχόρους ἀγυιάς
ἀφίκετ' ἐς τόδ' Ἄργος
διὰ χρόνου ἀφιγμένος ἁσμένως ᾖα ἐπὶ τὰς συνήθεις διατριβάς
mi larga ausencia me produjo el deseo de volver a las distracciones acostumbradas
II fig. c. suj. de pers. llegar, alcanzar cierto estado o situación c. compl.
ἐς ἀπορίην
ἐς πᾶν κακοῦ
ἐς διάπειραν
ἐς γῆρας
ἐς ἀνάγκην
εἰς ἀθυμίαν
ἐς δ' ἄνδρ' ἀφίκου (= ἀνδρὸς ἡλικίαν)
llegaste a ser un hombreἐπὶ τὰ αὐτά
a lo mismoεἰς ὀργήν
ἄρχε[ι]ν εἰς ἔρωτ' ἀφιγμένοι
alcanzados por el deseo de mandarπρὸς τέλος γόων ἀφίκοντο
pusieron fin a sus llantosἐπὶ τὴν γραφὴν τῶν ἐμπλάστρων ἀφίξομεν
llegaremos al tratado de los emplastos
• c. dat. alcanzar cierto estado c. o en rel. a alguien
εἰς τὸ ἴσον ἀφίκετο τῇ ἱππικῇ τοῖς ἥλιξι
llegó a igualar en el arte de montar a sus camaradasἐς ἔχθεα μεγάλα ἀλλήλοισι
ἐς ἔριν ... τῷδ'
τῶν ἐμοὶ ἐς λόγους ἀπικομένων
de los que llegaron a hablar conmigoδιὰ μάχης ... ἀπίκοντο Ἁρπάγῳ
ἐγὼ δ' ἐμαυτῇ διὰ λόγων ἀφικόμην
• c. adj. de cantidad
ἐς ὀλίγον ἀφίκετο πᾶν τὸ στράτευμα ... νικηθῆναι
todo el ejército estuvo a poco de ser derrotadoἐς μικρὸν ἀφικνούμεναι (αἱ σάρκες)
viniendo a menos e.d. contrayéndose, reduciéndose (las carnes)κἀπὶ πάντ' ἀφίξομαι
llegaré a todo, recurriré a todoἐς πᾶσαν βάσανον ἀπικομένοισι
sometidos a todas las torturas
• c. demostrativos y gen. llegar a tal grado, al punto de
ἐς τοσοῦτο τύχης
ἐς τοῦτο δυστυχίας
ἐς τοσοῦτον μωρίας
εἰς τοῦτο τόλμης
ἐνταῦθα ... τοῦδ' ἀφικόμην κακοῦ
• tb. c. suj. de abstr.
ὁ λόγος εἰς ταὐτὸν ἀφῖκται
1. aankomen bij, bereiken, met acc.:
2. overdr.
a. in (een situatie) belanden, met
b. in (vormen van contact) komen, met
c. (een bep. punt, bep. mate van iets) bereiken, met
[ἀφ-, ἀπο- 7.]
2 sing. fut. ἀφίξεαι Od. 12.39, 127.
3 sing. -εται Il. 18.270.
2 sing. aor. ἀφίκεο Od. 1.171, Od. 14.188, Od. 15.489.
3 sing. -ετο Il. 13.645, Il. 18.395: Od. 1.332, Od. 5.55, Od. 10.502, Od. 15.228, Od. 16.414, Od. 18.208, Od. 20.55, Od. 21.25, 42, 63, Od. 23.338.
1 pl. -όμεθα Od. 3.278, Od. 9.181, 216, 543, Od. 10.1, 135, Od. 11.22.
3 pl. ἀφίκοντο Il. 11.618, Il. 13.329, Il. 22.208, Il. 24.329, 448: Od. 14.344, Od. 17.205.
Subj. ἀφίκωμαι Il. 24.431: Od. 23.269.
2 sing. -ηαι Il. 8.482, Il. 11.208: Od. 11.122, Od. 15.36.
3 sing. -ηται Il. 11.193, Il. 16.63.
1 pl. -ώμεθα Od. 16.382.
3 pl. -ωνται Il. 17.454.
Opt. ἀφῐκοίμην Od. 20.81.
2 sing. -οιο Od. 15.128.
2 pl. -οίμεθα Od. 10.420, Od. 12.345.
Imp. pl. ἀφίκεσθε Od. 8.202.
Infin. ἀφῖκέσθαι Il. 10.281: Od. 4.255.
Pf. infin. ἀφῖχθαι Od. 6.297.
- 1
To come to an indicated place: ὁπποίης ἐπὶνηὸς ἀφίκεο (came here) Od. 1.171 = Od. 14.188.
- 2
To go, proceed, take one’s way.
With preps.: ἐς Ὀλυμπον Od. 20.55, γαῖαν ὕπο Od. 20.81.
With acc. of the place: ἄλλων δῆμον Od. 15.228 (fled to . . .), Od. 16.382 (be forced to flee to . . .).
- 3
To present oneself before, come into the presence of: μνηστῆρας Od. 1.332 = Od. 18.208 = Od. 21.63, Od. 16.414. Cf. Od. 21.25.
- 4
- a
With notion of attainment prominent, to come to, arrive at, reach, find oneself at, be at, a specified place: οὐδʼ ἢν ἔνθʼ ἀφίκηαι Il. 8.482.
- b
With preps.
- α
εἰς
, ἐς: ἐς κλισίην Il. 24.431: εἰς ἄντρον Od. 9.216. Cf. Od. 4.255, Od. 10.1, 135, 420, 502, Od. 11.22, Od. 12.127, 345, Od. 23.338. - β
ἐπί
: νῆας Il. 10.281. Cf. Il. 22.208: Od. 17.205. - γ
κατά
: στρατόν Il. 13.329. - δ
ποτί
: δώματα Od. 6.297.
- α
- c
With acc.: νῆας Il. 11.193, 208, Il. 17.454. Cf. Il. 11.618, Il. 13.645, Il. 18.270, Il. 24.329, 448: Σούνιον Od. 3.278. Cf. Od. 5.55, Od. 9.181, 543, Od. 11.122, Od. 12.39, Od. 14.344, Od. 15.36, 128, 489, Od. 21.42, Od. 23.269.
Of sound: ὁπότʼ ἂν νῆας ἐμὰς ἀφίκηται ἀϋτή Il. 16.63.
Of reaching a mark in a contest Od. 8.202.
- a
- 5
Of a feeling, to come upon, seize, affect: ὅτε μʼ ἄλγος ἀφίκετο Il. 18.395.
- 1
- 1come (to) abs., ἀφίκοντο δέ οἱ ξένοι ἔκ τʼ Ἄργεος O. 9.67 c. acc., ἐγγυάσομαι ὔμμιν, ὦ Μοῖσαι, φυγόξεινον στρατὸν μηδʼ ἀπείρατον καλῶν ἀφίξεσθαι O. 11.19 Βαττιδᾶν ἀφίκετο δόμους θεμισκρεόντων P. 5.29 “ἀφίξεται λαῷ σὺν ἀβλαβεῖ Ἄβαντος εὐρυχόρους ἀγυιάς” P. 8.54
- 1to come to one place from another, to arrive at, reach: c. acc. loci, Hom.; or ἀφ. ἐς . ., ἐπί . ., κατά . ., πρός . ., Hom., Attic (in Prose the prep. is seldom omitted); absol. to arrive, Od.:—Hom. also puts the person reached in acc., μνηστῆρας ἀφ. came up to them, Od.; so, to come up to a throw (of the quoit), Od.:— ἀφ. ἐπὶ or εἰς πάντα to try every means, Soph., Eur.
- 2to come into a certain condition, ἀπ. ἐς πᾶν κακόν or κακοῦ, ἐς ἀπορίην, etc., Hdt., Attic
- 3ἀπ. τινι ἐς λόγους to hold converse with one, Hdt.; so, ἐς ἔριν, ἐς ἔχθεα ἀφ. τινι Hdt.; διὰ μάχης, διʼ ἔχθρας ἀπ. τινί to come to battle, or into enmity with one, Hdt.; διὰ λόγων τινί Eur.
- 4ἐς τόξευμα ἀφ. to come within shot, Xen.
-
…, ὦ Ἱππόκρατες, παρὰ Πρωταγόραν νῦν ἐπιχειρεῖς ἰέναι, ἀργύριον τελῶν ἐκείνῳ μισθὸν ὑπὲρ σεαυτοῦ, ὡς παρὰ τίνα ἀφιξόμενος καὶ τίς γενησόμενος ; ὥσπερ ἂν εἰ ἐπενόεις παρὰ τὸν σαυτοῦ ὁμώνυμον ἐλθὼν Ἱπποκράτη τὸν Κῷον, τὸν τῶν Ἀσκληπιαδῶν…
Plato, Protagoras
-
…αὐτοὺς ἐπιλύεται ἡ ἡλικία τὸ μὴ οὐχὶ ἀγανακτεῖν τῇ παρούσῃ τύχῃ. ἔστι ταῦτα. ἀλλὰ τί δὴ οὕτω πρῲ ἀφῖξαι ; ἀγγελίαν, ὦ Σώκρατες, φέρων χαλεπήν, οὐ σοί, ὡς ἐμοὶ φαίνεται, ἀλλʼ ἐμοὶ καὶ τοῖς…
Plato, Crito
-
…ἐκείνῳ μὲν οὖν δικαστήριον παρασκευάσαντες καὶ εἰσελθόντες οἱ βουλόμενοι ὀλιγαρχίαν καταστήσασθαι ἀπέκτειναν ἐν τῇ προφάσει ταύτῃ. Θηραμένης δὲ ὕστερον ἀφικνεῖται ἐκ Λακεδαίμονος. προσιόντες δʼ αὐτῷ τῶν τε στρατηγῶν τινες καὶ τῶν ταξιάρχων, ὧν ἦν Στρομβιχίδης καὶ Διονυσόδωρος ,…
Lysias, Speeches
-
…καλῶς ἐρωτᾷς, ἔφη, ὦ Σώκρατες, καὶ ἐγὼ τοῖς καλῶς ἐρωτῶσι χαίρω ἀποκρινόμενος. Ἱπποκράτης γὰρ παρʼ ἐμὲ ἀφικόμενος οὐ πείσεται ἅπερ ἂν ἔπαθεν ἄλλῳ τῳ συγγενόμενος τῶν σοφιστῶν. οἱ μὲν γὰρ ἄλλοι λωβῶνται τοὺς νέους · τὰς…
Plato, Protagoras
-
…τίς δὲ γενησόμενος αὐτός ; δῆλον ὅτι ἀγαλματοποιός. εἶεν, ἦν δʼ ἐγώ · παρὰ δὲ δὴ Πρωταγόραν νῦν ἀφικόμενοι ἐγώ τε καὶ σὺ ἀργύριον ἐκείνῳ μισθὸν ἕτοιμοι ἐσόμεθα τελεῖν ὑπὲρ σοῦ, ἂν μὲν ἐξικνῆται τὰ ἡμέτερα χρήματα καὶ…
Plato, Protagoras
-
…ἐγὼ ἀκούσαιμι. καὶ γὰρ οὔτε τῶν πολιτῶν Φλειασίων οὐδεὶς πάνυ τι ἐπιχωριάζει τὰ νῦν Ἀθήναζε, οὔτε τις ξένος ἀφῖκται χρόνου συχνοῦ ἐκεῖθεν ὅστις ἂν ἡμῖν σαφές τι ἀγγεῖλαι οἷός τʼ ἦν περὶ τούτων, πλήν γε δὴ ὅτι φάρμακον…
Plato, Phaedo
-
…Πρὸς Σίμωνα ἀπολογία πολλὰ καὶ δεινὰ συνειδὼς Σίμωνι, ὦ βουλή, οὐκ ἄν ποτʼ αὐτὸν εἰς τοσοῦτον τόλμης ἡγησάμην ἀφικέσθαι, ὥστε ὑπὲρ ὧν αὐτὸν ἔδει δοῦναι δίκην, ὑπὲρ τούτων ὡς ἀδικούμενον ἔγκλημα ποιήσασθαι καὶ οὕτω μέγαν καὶ σεμνὸν…
Lysias, Speeches
-
…καὶ ἅμα ἐπιψηλαφήσας τοῦ σκίμποδος ἐκαθέζετο παρὰ τοὺς πόδας μου, καὶ εἶπεν · ἑσπέρας δῆτα, μάλα γε ὀψὲ ἀφικόμενος ἐξ Οἰνόης. ὁ γάρ τοι παῖς με ὁ Σάτυρος ἀπέδρα · καὶ δῆτα μέλλων σοι φράζειν ὅτι διωξοίμην αὐτόν…
Plato, Protagoras
-
…πιστὸν ὡς ἐγὼ πρότερον μὲν ἐξέπλευσα ἐκ τῆς πόλεως ἔχων τὸ μειράκιον, ἵνα μὴ τούτῳ μαχοίμην, ἐπειδὴ δὲ ἀφικόμην πάλιν, ἦγον αὐτὸν ἐπὶ τὴν οἰκίαν τὴν Σίμωνος, οὗ πλεῖστα ἔμελλον πράγματα ἕξειν ; καὶ ἐπεβούλευον μὲν αὐτῷ…
Lysias, Speeches
-
…μοι οὐκ ἂν ἐδύνατο, μηνῦσαι δὲ ἱκανὸν ἦν βασανιζόμενον, εἴ τι ἐγὼ ἐξημάρτανον ; ἀλλʼ εἰς τοσοῦτον ἀμαθίας ἀφικόμην, ὥστε ἐπιβουλεύων Σίμωνι οὐκ ἐτήρησα αὐτὸν οὗ μόνον οἷόν τʼ ἦν λαβεῖν, ἢ νύκτωρ ἢ μεθʼ ἡμέραν ,…
Lysias, Speeches