ἀϊδρεΐη
ignorancia
πάντες ἀιδρείῃσιν ἕποντο
• c. gen. subjet.
νόοιο
τέκτονος
τοιούτων
ἀϊδρεΐη, ης (ἡ) [ῑη] ignorance, Od. 12, 41, etc. ; au pl. Od. 10, 231, etc. ||
➳ Ion. ἀϊδρηΐη, sel. d’autres ἀϊδρίη, Hdt. 6, 69.
Étym. ἄϊδρις.
ignorancia
πάντες ἀιδρείῃσιν ἕποντο
• c. gen. subjet.
νόοιο
τέκτονος
τοιούτων