ἀντίγραφον
ἀντίγραφον, a copy
Could not find Ἀντίγραφα in Logeion dictionaries.
Ἀντίγραφα Noun: neuter nominative plural, Noun: neuter accusative plural of ἀντίγραφον
1 copia
τᾶς δὲ ἐπερωτάσιος καὶ τοῦ χρησμοῦ ἀντίγροφον
ἐξέπεμψεν ἀντίγραφα τῷ βασιλεῖ
τῆς ἐπιστολῆς
Ἀττικιανὰ ἀντίγραφα
(τοὺς γραμματεῖς) ε[ὔσημα ἀν]τίγροφα [ἔχοντ]ας
• fig. ejemplo
ἐξ ἀντιγράφου πατρῴου
2 receta médica, Orib.Ec.96.1.
3 carta Chrys.M.52.677.
4 respuesta Synes.Ep.6 (p.120).