ἀντιδανειστέον
ἀντιδανειστέον, one must lend in return
ἀντιδᾰνειστέον,
- one must lend in return, τῷ δανείσαντι Arist. EN 1165a8.
hay que prestar a su vez
οὐδὲ γὰρ τῷ δανείσαντι ἐνίοτε ἀ.
ἀντιδανειστέον [δᾰ] vb. du préc. Arstt. Nic. 9, 2, 5.