ἀντιδημιουργέω
1 crear en rivalidad con c. dat.
πῶς οὖν ἀντιδημιουργοῦσι τῷ θεῷ;
2 en v. med. manufacturar en competencia c. πρός y ac.
ταύτας (ἡδυπότιδας) φησὶν ... Ῥοδίους ἀντιδημιουργήσασθαι πρὸς τὰς Ἀθήνησι θηρικλείους
ἀντι·δημιουργέω-ῶ, être rival comme artisan : τινι, Clém. 262, de qqn ||
Moy. m. sign. : πρός τι, Ath. 469b, pour qqe ch.
ἀντιδημιουργέω, dagegen verfertigen, πρός τι, Ath. XI.469b ; Clem.Al.