Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμ
LSJ
DGE
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ϝέλχανος
Ϝέλχανος
ἔλψ
ἐλῶ
ἕλω
ἑλώδης
Ἐλωείμ
ἐλωί
Ἐλωί
ἕλωμα
ἔλων
ἑλών
Ἐλωός
ἕλωρ
ἑλωρεύς
Ἐλωρεύς
ἐλώρη
ἑλώρια
Ἑλωρινός
Ἐλώρινος
ἑλώριον
ἑλώριος
Ἐλώριος
Ἑλώριππος
Ἕλωρις
Ἐλωρίτης
Ἕλωρος
ἐλώσθη
Ἑλώτας
Ἕλωτες
ἐμ
ἕμα
Ϝεμα
ἐμαγκιπατίων
ἐμαγκιπάτος
ἔμαθον
ἐμάνην
ἔμανις
ἐμαράνθη
ἔμαρψε
Ἐμασέλμη
ἑμάτιον
Ἐμαυτίων
ἐμαυτοῦ
ἐμβ-
ἔμβα
ἐμβαβάζω
ἐμβαδᾶς
ἐμβαδεία
ἐμβάδευσις
ἐμβαδεύω
ἐμβάδια
ἐμβαδίζω
ἐμβαδικός
ἐμβάδιον
ἐμβαδομετρία
ἐμβαδομετρικός
ἐμβαδόν
ἐμβαδοποιός
ἐμβαδός
ἔμβαθμος
…
ἐμ
Save
LSJ
DGE
Grieks Nederlands
ἐμ,
= ἐν, before labials.
ἐμ
v.
ἐν
.
ἐμ- = ἐν-
voor labiaal.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}