Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐμβαδομετρία
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἐλωρίτης
Ἕλωρος
ἐλώσθη
Ἑλώτας
Ἕλωτες
ἐμ
ἕμα
Ϝεμα
ἐμαγκιπατίων
ἐμαγκιπάτος
ἔμαθον
ἐμάνην
ἔμανις
ἐμαράνθη
ἔμαρψε
Ἐμασέλμη
ἑμάτιον
Ἐμαυτίων
ἐμαυτοῦ
ἐμβ-
ἔμβα
ἐμβαβάζω
ἐμβαδᾶς
ἐμβαδεία
ἐμβάδευσις
ἐμβαδεύω
ἐμβάδια
ἐμβαδίζω
ἐμβαδικός
ἐμβάδιον
ἐμβαδομετρία
ἐμβαδομετρικός
ἐμβαδόν
ἐμβαδοποιός
ἐμβαδός
ἔμβαθμος
ἔμβαθρα
ἐμβαθρικόν
ἐμβαθρικός
ἔμβαθρον
ἐμβαθρωνός
ἐμβαθύνους
ἐμβαθύνω
ἐμβαθυχύτας
ἐμβαινητικός
ἐμβαίνω
ἐμβακανίτης
ἐμβακχεύω
ἐμβάλλω
ἔμβαμα
ἔμβαμμα
ἐμβαμμάτιον
ἐμβαπτίζω
ἐμβάπτω
ἐμβαρέω
ἔμβαρος
ἐμβαρύθω
ἐμβαρύνομαι
ἐμβάς
Ἔμβας
ἐμβασανίζω
…
ἐμβαδομετρία
Save
DGE
ἐμβαδομετρία
-ας, ἡ
medida de superficies
Didym.
Mens
.20, 27.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}