ἐρύθρημα Save LSJ Pape ἐρύθρ-ημα, ατος, τό, = ἐρύθημα (perh. f.l.), Poll. 6.180, v.l. in LXX Is. 63.1. ἐρύθρημα, τό, = ἐρύθημα, Poll. 6.180 u. a.Sp., l.d.