ἔρυγμα Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἔρῠγ-μα, ατος, τό, = ἐρυγή I, Hp. Morb. 2.66. ἔρυγμα, ατος (τὸ) c. ἐρυγή, Hpc. 484, 28. ἔρυγμα -ατος, τό [ἐρεύγομαι] boer, oprisping. ἔρυγμα, τό, = ἐρυγή, Hippocr.