About Report a problem

Menu

ἐρύγμηλος

ἐρύγμηλος, loud-bellowing

ἐρῠγ-μηλος, η, ον, (ἐρῠγεῖν)
  • loud-bellowing, ταῦρος Il. 18.580.
    • II ἐρυγμήλη, ἐπίθετον ῥαφανίου, ἴσως ἀπὸ τῆς ἐρυγῆς, EM 379.27, cf. Hsch. (ἐρυγηλή cod.).

Saved

Recent