ἐρύγμηλος
ἐρύγμηλος, loud-bellowing
ἐρῠγ-μηλος, η, ον, (ἐρῠγεῖν)
- loud-bellowing, ταῦρος Il. 18.580.
- II ἐρυγμήλη, ἐπίθετον ῥαφανίου, ἴσως ἀπὸ τῆς ἐρυγῆς, EM 379.27, cf. Hsch. (ἐρυγηλή cod.).
ἐρύγμηλος, ος, ον, qui mugit, mugissant, Il. 18, 580.
Étym. ἐρεύγομαι.
ἐρύγμηλος, (ἐρυγεῖν),
1) laut brüllend, ταῦρος Il. 18.580.
2) Aufstoßen verursachend, ἐρυγμήλη, Beiwort des Rettigs, VLL.
1) laut brüllend, ταῦρος Il. 18.580.
2) Aufstoßen verursachend, ἐρυγμήλη, Beiwort des Rettigs, VLL.
ἐρύγμηλος
[app., with -ηλος (cf. ὑψηλός) fr. ἐρυγμός,
sb. fr. ἐρυγ-, ἐρεύγομαι.]
Bellowing Il. 18.580.
ἐρύγμηλος (ἐρυγεῖν): bellowing, Il. 18.580†.
ἐρύγμηλος, η, ον
ἐρῠγεῖν
- loud-bellowing, Il.