Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ὀρνεῶται
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὁρμοφύλαξ
ὀρναπέτιον
ὀρνεάζομαι
Ὀρνεαί
ὀρνεακός
Ὀρνεάτης
Ὀρνειαί
ὀρνεόβρωτος
ὀρνεογλυφιστί
ὀρνεοθηρευτικός
ὀρνεοθυσία
ὀρνεοκράτωρ
ὀρνεόμαντις
ὀρνεομιγής
ὀρνεόμικτος
ὀρνεόμορφος
ὄρνεον
ὀρνεοπάτακτος
ὀρνεοπωλεῖον
ὀρνεοπώλης
ὀρνεοπώλιον
ὀρνεοσκοπέω
ὀρνεοσκοπητικός
ὀρνεοσκοπία
ὀρνεοσκοπικός
ὀρνεοσκόπος
ὀρνεοτρόφος
ὀρνεόφοιτος
ὀρνεόω
ὀρνεώδης
ὀρνεῶται
ὀρνεώτης
ὀρνίζω
ὀρνιθαγρευτής
ὀρνιθάριον
ὀρνίθαρχος
ὀρνιθᾶς
ὀρνιθεία
ὀρνιθεῖα
ὀρνίθειος
ὀρνίθεος
ὀρνιθευτής
ὀρνιθευτική
ὀρνιθευτικός
ὀρνιθεύω
ὀρνιθία
ὀρνιθιάζω
ὀρνιθιακός
ὀρνιθίας
ὀρνιθικός
ὀρνίθιον
ὀρνίθιος
ὀρνιθοβόρος
ὀρνιθοβοσκεῖον
ὀρνιθοβόσκος
ὀρνιθόγαλον
ὀρνιθογενής
ὀρνιθογνώμων
ὀρνιθογονία
ὀρνιθόγονος
ὀρνιθοειδής
…
ὀρνεῶται
Save
Pape
ὀρνεῶται
, οἱ, nach Poll. 7.198 = ὀρνιθοπῶλαι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts