About Report a problem

Menu

ὑποτίθημι

ὑποτίθημι, to place under, to suggest

Could not find ὑπόθου in Logeion dictionaries.

ὑπόθου Verb: aorist middle imperative 2nd singular, Verb: aorist middle indicative 2nd singular of ὑποτίθημι

See ὑπόθου in Morpho

ὑποτίθημι,
  • place under, ὑπὸ κύκλα ἑκάστῳ πυθμένι θῆκεν Il. 18.375; τὰ φρύγανʼ ὑ. puts the firewood under, Telecl. 40; θεοῦ βάσεις ὑποτιθέντος putting legs or feet under them, Pl. Ti. 92a, cf. Arist. PA 686a34; σιδηρᾶς κανονίδας ὑ. Ph. Bel. 57.11, cf. 60.31, al.; ὑπὸ ποταμοὺς πολλοὺς . . πόλιν ὑ. Pl. Lg. 682c; κύλικα ὑπὸ τὴν κλίνην IG 12(5).593.21 (Iulis, v B. C.); ὀχετὸν ἐκποιήσαντι καὶ ὑποθέντι ib. 12.373.66; [φοίνικας] ὑ. X. Cyr. 7.5.12; ἀλεκτορίδι ὑ. τὰ ᾠά Arist. HA 564b3; ἑαυτὴν [τῷ ἄρρενι] ib. 540a11; ὑ. <τι> ὑπὸ τὸν ὀφθαλμόν Id. Pr. 874a9; of a prancing horse, ὑ. τὰ ὀπίσθια σκέλη ὑπὸ τὰ ἐμπρόσθια X. Eq. 11.2; τὰ ὄπισθεν σκέλη διὰ πολλοῦ ὑ. bring up his hind legs far apart from one another, ib. 1.14; κατακλίνεται [ὁ λαγὼς] ὑποθεὶς τὰ ὑποκώλια ὑπὸ τὰς λαγόνας Id. Cyn. 5.10: metaph., ὑποχειρίους τοῖς ἐχθροῖς ὑ. τὰς αὑτῶν πατρίδας Pl. Plt. 308a; ἔστε ὑπέθηκε Ἀΐδᾳ until he handed him over to Hades, of a hound attacking a boar, PCair.Zen. 532.11 (iii B. C.):—Med., place under oneʼs feet, τι X. Cyr. 8.1.41; τοὺς μηροὺς ὑφʼ αὑτά Arist. IA 713a23.
      • 2 place under a certain class, γεωργικῇ, θηρευτικῇ, etc., Pl. Plt. 289a.
        • b subjoin, enclose, append a document, ὑποτέθεικά σοι τὸ ἀντίγραφον PLille 4.2 (iii B. C.), cf. Sammelb. 5675.2 (ii B. C.), etc.: so in Med., PLond. 3.921.10 (ii/iii A. D.).
    • II set before one, offer, suggest, τὴν ἐν φίλοις δικαιοτάτην ὑπόθεσιν ἔχω ὑποτιθέναι X. Cyr. 5.5.13; hold out hope, ὑποτιθεῖς τίνʼ ἐλπίδα; E. Or. 1186, cf. X. HG 4.8.28, D. 23.58, Plu. Mul.virt. 2.256a, Lys. 23, Aristid. 1.379 J.; τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐλπίδα ἣν ὑπετίθει αὐτῷ δουλώσειν Th. 1.138; ἡ εὐπραγία ὑ. ἰσχὺν τῆς ἐλπίδος Id. 4.65; ὑπέθηκας ὀρθῶς τοὺς λόγους, i. e. you have given good advice, E. IA 507; τὸν ὑποθέντα τὰς τέχνας γυναιξὶ τόνδε he who proposed these tricks to the women, Id. Ba. 675:—earlier in Med., suggest, βουλὴν Ἀργείοις ὑποθησόμεθʼ ἥ τις ὀνήσει Il. 8.36; ὄφρα οἱ ἤ τι ἔπος ὑποθήσεαι ἠέ τι ἔργον Od. 4.163, cf. Il. 11.788; δόλον ὑπεθήκατο Hes. Th. 175; ἄλλα μὲν αὐτὸς ἐνὶ φρεσὶ σῇσι νοήσεις, ἄλλα δὲ καὶ δαίμων ὑποθήσεται Od. 3.27; Κροῖσος ταῦτά οἱ ὑπετίθετο Hdt. 1.156, cf. 3.36; ἔπεμψέ με σωτηρίην ὑποθησόμενον ὑμῖν, ἤν περ βούλησθε πείθεσθαι Id. 5.98, cf. 7.237; σμικρὸν ὑποθέσθαι τοῖς κριταῖσι βούλομαι Ar. Ec. 1154: c. dat. pers. only, advise, counsel, admonish one, Od. 2.194, 5.143, Ar. Av. 1362, Lys. 522 (anap.), Pl. Chrm. 155d: with an Adv., ἀλλά μοι εὖ ὑπόθευ Od. 15.310, cf. Hdt. 1.90; αὐτάρ τοι πυκινῶς ὑποθησόμεθʼ, αἴ κε πίθηαι Il. 21.293.
      • 2 Med., in stronger sense, enjoin, ταῦτα τοῖσι ὑπολειπομένοισι ὑποθέμενος ὁ Δαρεῖος Hdt. 4.135; of a doctor, Pl. Plt. 295c; of Nestor, Id. Hp.Ma. 286b; [Μέττιος Ῥοῦφος] τῷ στρατηγῷ περὶ τούτου ὑπέθετο POxy. 237 vi 40 (ii A. D.); gloss on ἐπιστέλλει, Sch. S. OT 106; of Pythagoras, τὴν εἰς τὸ σπονδειακὸν μεταβολὴν ὑπέθετο τῷ αὐλητῇ Iamb. VP 25.112; τοῖς ἀπὸ τοῦ νομοῦ ὑπόδειγμα τῆς ἀπειθίας ὑ. BGU 747 ii 14 (ii A. D.); δύο σκοποὺς ὑποθέσθαι τῆς φλεβοτομίας prescribe two conditions of (successful) venesection, Gal. 15.765.
      • 3 Med., instruct, demonstrate, γραμματικόν τι ποιῆσαι ἄλλου ὑποθεμένου Arist. EN 1105a23; δεῖ ὑποθέσθαι τί λέγομεν τὸ βαρύ as a preliminary we must explain, Id. Cael. 269b20; ὑ. ὡς χρὴ μάχεσθαι Philostr. Her. 10.5; Φινεὺς . . τοῖς Ἀργοναύταις . . περὶ τῶν συμπληγάδων ὑπέθετο πετρῶν Apollod. 1.9.22; ὁ ὑποθέμενος αὐτῷ τὴν ἀνάγνωσιν Arr. Epict. 1.26.13, cf. 2.2.21; παλαισμάτων εἴδη ὁπόσα ἐστί, δηλώσει ὁ παιδοτρίβης, καιρούς τε ὑποθέμενος κτλ. Philostr. Gym. 14: c. acc. et inf., ὑ. τῷ ἐπιεικεῖ παιδὶ ῥᾴδιον πεφυκέναι κτλ. Iamb. VP 10.51.
    • III Med., propose to oneself as a task, πολεμιστήριον [ἵππον] ὑπεθέμεθα ὠνεῖσθαι X. Eq. 3.7; δεῖ ὑποτίθεσθαι κατʼ εὐχήν, μηδὲν μέντοι ἀδύνατον Arist. Pol. 1265a17; make up oneʼs mind, adopt as a policy, παρὰ τὸ δίκαιον τὸ ξυμφέρον λέγειν ὑπέθεσθε Th. 5.90; τοῦθʼ ὑπέθετο, δεινότατον πρᾶγμα, οἶμαι, ὅπως ἐν ἐκείνῳ εἴη . . φάναι And. 1.39; ἕνα τοῦτον ὑποθέμενος τὸν σκοπόν, ἅπαντας ἡμᾶς ἀγορεύειν κακῶς Luc. Pisc. 7; πρὶν τὴν ἀρχὴν ὀρθῶς ὑποθέσθαι, μάταιον ἡγοῦμαι περὶ τῆς τελευτῆς ὁντινοῦν ποιεῖσθαι λόγον D. 3.2:—Pass., ὁ ὑποτεθεὶς σκοπός Arist. EN 1144a24.
      • 2 propose to oneself as a subject of discussion or argument, ἀπʼ ἐμαυτοῦ ἄρξωμαι καὶ τῆς ἐμαυτοῦ ὑποθέσεως, περὶ τοῦ ἑνὸς αὐτοῦ ὑποθέμενος, εἴτε ἕν ἐστιν εἴτε μή [ἕν], τί χρὴ συμβαίνειν; Pl. Prm. 137b, cf. Ti. 26a; ἵνα μὴ δοκῶ περὶ τὰ μέρη διατρίβειν, ὑπὲρ ὅλων τῶν πραγμάτων ὑποθέμενος Isoc. 4.51, cf. 12.119; ὥσπερ ὑπεθέμην Thphr. Char.Prooem. 5; περὶ ἀέρος εἰπόντες, ὥσπερ ὑπεθέμεθα Arist. Mete. 340a23, cf. Rh. 1432b5, Aeschin. 1.37, 2.102; ὑποθησόμεθα ταύτης ἀρχὴν τῆς βύβλου τὴν πρώτην διάβασιν ἐξ Ἰταλίας Ῥωμαίων Plb. 1.5.1:—Pass., οἱ ὑποτεθέντες λόγοι Pl. Lg. 812a.
    • IV Med., assume as a preliminary, ταύτην μὲν δὴ πυρὸς ἀρχὴν καὶ τῶν ἄλλων σωμάτων ὑποτιθέμεθα Id. Ti. 53d; ὑποθέμενος ἑκάστοτε λόγον . ., ἃ μὲν ἄν μοι δοκῇ τούτῳ συμφωνεῖν, τίθημι ὡς ἀληθῆ ὄντα Id. Phd. 100a; οἱ περὶ τὰς γεωμετρίας . . ὑποθέμενοι . . τὰ σχήματα, . . ποιησάμενοι ὑποθέσεις αὐτά Id. R. 510c; ὑπόθεσιν Id. Phd. 101d; ὃ ἐξ ἀρχῆς ὑπετιθέμεθα Id. Chrm. 171d; ἐὰν ὡς ὂν ὑποθῇ ὃ ὑπετίθεσο Id. Prm. 136c; ὑ. περί τινος ὡς ὄντος ib. 136b, cf. 137b, Plt. 284c; ὑ. ὡς τούτου οὕτως ἔχοντος Id. R. 437a: c. acc. et inf., assume or suppose that . ., Id. Phd. 100b, Prt. 339d: without inf., [τὴν ἀρετὴν] διδακτὸν ὑ. assume it to be teachable, ib. 361b; τἀναντία οἷς ὑπεθέμην Id. Tht. 165d; ὥσπερ ὑπέθου as you began by requiring, Id. R. 346b (referring to 336d):—Pass., esp. in aor. ὑπετέθην (cf. ὑπόκειμαι II.2), Id. Ti. 48e, 61d; τὰ ὑποτεθέντα Id. Prm. 136b; τῶν καλῶν τι ἡ σωφροσύνη ὑπετέθη was assumed to be . ., Id. Chrm. 160d (referring to 159c); τοῦτο δʼ ἀδύνατον, ὥστε ψεῦδος τὸ ὑποτεθέν Arist. APr. 61a31; εἰ τοῦτό τις ὑποτεθείη γινώσκειν if it were assumed that one knew this, Phld. Rh. 2.17S.
      • 2 later, assume, suppose, estimate, παρέσομαι πρὸς ὑμᾶς, ὡς ὑποτίθεμαι, τῇ ιζ PCair.Zen. 247.4 (iii B. C.); ὑποτιθεμένου τοῦ ποδὸς δραχμῆς the foot being reckoned at one drachma, Supp.Epigr. 4.446.14 (Didyma, iii/ii B. C.), cf. PCair.Zen. 15r. 34 (iii B. C.); τὸν χιλιάρουρον (sc. ἀμπελῶνα) ὑποτιθέμεθα ἐπὶ τὸ ἔλαττον we assess at the reduced sum, ib. 361.9 (iii B. C.); νεώτερον αὐτὸν ὑ. put him down as younger, D.H. 4.6; ταῦτα τὸν Ὅμηρον ὡς συστρατιώτην ἔφη εἰρηκέναι καὶ οὐχ ὡς ὑποτιθέμενον not as a composer of fiction, Philostr. Her. 4.4.
    • V Act., establish as a preliminary, premise, ταῦθʼ ὑποθεὶς ἐπεῖπεν ὡς . . Aeschin. 2.157; τοῦθʼ ὑποθέντες ἀκούετε τῇ γνώμῃ, τί ἄν, εἴ τις ἔπασχε ταῦθʼ ὑμῶν, ἐποίει after deciding in your own minds, D. 21.108; ῥυθμοὺς καὶ σχῆμα ἐλευθέριον ὑποθεῖσαι μέλος ἢ λόγον ἐναντίον ἀποδοῦναι Pl. Lg. 669c.
      • 2 represent as ὑποκείμενον (v. ὑπόκειμαι II.8), εἰ μή τις ἑτέραν ὑποθήσει τοῖς ἐναντίοις φύσιν Arist. Ph. 189a28; [ἀρχὴν] ἄν τε μίαν ἄν τε πλείους Id. Metaph. 988a24.
    • VI couch, present, τὴν σάρισαν Luc. DMort. 22[27].3.
    • VII put down as a deposit or stake, pawn, pledge, mortgage, τοῦτο τὸ ἐνέχυρον Hdt. 2.136; τὴν οἰκίαν, τὴν οὐσίαν, Isoc. 21.2, D. 28.17, 49.12; ὑπέθεσαν αὐτῷ τοῦ ταλάντου τὰς προσόδους mortgaged their revenues for the talent, Aeschin. 3.104; τῷ πατρὶ τἀνδράποδα D. 27.25; δραχμὴν ὑπόθες Diph. 73.2; ὑποθέμενοι χρυσίον IG 1(2).313.177; τὴν οἰκίαν πωλοῦντα καὶ ὑποτιθέντα selling and mortgaging, i.e. having full ownership of, the house, PCair.Zen. 588.1, cf. 9 (iii B. C.), PRyl. 162.28 (ii A. D.); cf. ὑποθήκη II:—Med., of the mortgagee, lend money on pledge, D. 28.18; ὑποθέσθαι τὰ σκεύη τῆς νεώς Id. 50.55:— but the Med. is used for the Act. in later writers, Plu. Cat.Mi. 6:— for the Pass., ὑπόκειμαι is used, except in aor. 1, πόρους (revenues) ὑποκεῖσθαι αὐτοῖς τούς τε ὑποτεθέντας εἰς τὸ βουλευτήριον . . OGI 46.10 (Halic., iii B. C.), cf. AJP 56.375 (Colophon, iv B. C., Med. and Pass.); cf. τίθημι.
      • 2 stake, hazard, venture, εἰς οἷον κίνδυνον ἔρχῃ ὑποθήσων τὴν ψυχήν Pl. Prt. 313a; τὸν ἴδιον κίνδυνον ὑποθείς at his own risk, D. 19.252; also ἑαυτὸν ἔγγυον ὑποθείς Plu. Crass. 7; τὴν ψυχὴν ταῖς τύχαις Luc. Dem.Enc. 41; τὰ σὰ τοῖς ἐκτός Arr. Epict. 2.2.12; τὸν τράχηλον ib. 4.1.77; ἑαυτὸν τῷ νόμῳ, i. e. risked the penalties of the law, Philostr. Gym. 24; οὐδὲ αὑτοὺς ταύταις ὑποθήσομεν ταῖς αἰτίαις Jul. Or. 3.112a; νομίμοις ποιναῖς ὑποθεῖναι [αὐτούς] PMasp. 24.50 (vi A. D.); ἑαυτὸν [ὀργῇ] Plu. Them. 24; τοῖς κινδύνοις σφᾶς αὐτούς Aristid. 1.467 J.

Saved

Recent