Βοιωτίς
beocia, de Beocia
ἱαρὰν Βοιωτίδ[α ν]αίον[...] χθόνα πυροφόρον
ὗλαι
• ἡ Β. ét. fem. de Beocia, St.Byz.s.u.
Βοιωτίς, ίδος, adj. f. de Béotie, Xén. ; ἡ Β. (s. e. χώρα) A. Rh. Str. la Béotie.
Étym. Βοιωτός.
beocia, de Beocia
ἱαρὰν Βοιωτίδ[α ν]αίον[...] χθόνα πυροφόρον
ὗλαι
• ἡ Β. ét. fem. de Beocia, St.Byz.s.u.