Βοιωτιουργής
Βοιωτιουργής, of Boeotian work
Βοιωτιουργής, ές, (ἔργον)
- of Boeotian work, κράνος X. Eq. 12.3.
Βοιωτιουργής, ής, ές, fabriqué en Béotie, Xén. Eq. 12, 3.
Étym. Βοιώτιος, ἔργον ; cf. Βοιωτουργής.
Βοιωτιουργής, ές, von böotischer Arbeit, Xen. re Eq. 12.3 ; Acl. V.H. 3.24.
Βοιωτιουργής
*ἔργω
- of Boeotian work, Xen.