Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βόλβαξ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Βοιωτίδιον
Βοιωτίζω
βοιωτίζω
Βοιωτικός
βοιωτικός
Βοιωτικῶς
Βοιώτιος
Βοιωτιουργής
Βοιωτίς
Βοιωτός
Βοιωτουργής
βοκάλιος
βοκέρριος
Βοκέρριος
Βόκκανον ἡμεροσκοπεῖον
Βοκόπια
Βοκόπιον
Βοκχορηίς
Βόκχορις
Βόκχος
Βόκχωρις
Βοκώνιος
βολαῖα
βολαῖος
βολαυγέω
βολαυτουργός
βόλβα
Βόλβαι
Βολβαῖος
Βολβαιώτης
βόλβαξ
βολβάριον
Βόλβη
βολβίδιον
βόλβιθος
βολβίνη
βολβίον
βολβίσκος
βολβιτίνη
Βολβιτίνη
Βολβιτινίτης
Βολβίτινον στόμα
Βολβίτινος
βολβίτιον
βολβιτίον
βολβιτίς
βόλβιτον
βόλβιτος
βολβιτόω
βολβιτώδης
βολβοειδής
βολβοκάστανον
βολβορυκτικός
βολβός
Βολβός
βολβοτίνη
βολβοτύνη
βολβοφακῆ
Βολβυθίωτος
βόλβυθον
βολβώδης
…
βόλβαξ
Save
DGE
βόλβαξ
-ακος, ἡ
bot., un tipo de
planta
bulbosa comestible
PMich
.496.16 (II d.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}