Βορραπηλιώτης
Βορραπηλιώτης, north-east wind
Βορρ-απηλιώτης, ου, ὁ,
- north-east wind, Ptol. Tetr. 67:—Adj. Βορρ-απηλιωτικός, ή, όν, north-eastern, ibid.
Βορραπηλιώτης, ὁ, ein Nordwind. Ptolem.