βορραπηλιωτικός Save DGE Bailly 2024 βορραπηλιωτικός -ή, -όν del nordeste τρίγωνος Ptol.Tetr.2.3.33 • subst. τὸ β. Ptol.Tetr.2.3.4. βορραπηλιωτικός, ή, όν [ᾰ] exposé au vent du nord-est, Procl. Ptol. 58. Étym. βορραπηλιώτης.