βορραῖος
βορραῖος, α, ον, also ος, ον AP 9.561 (Phil.),
- = βόρειος, A. Th. 527, AP 6.245 (Diod.), etc.
βορραῖος, α ou ος, ον, c. βόρειος, Eschl. Sept. 527 ||
➳ Fém. -ος, Anth. 9, 561.