βορρολιβικός Save DGE Bailly 2024 βορρολιβικός -ή, -όν del noroeste ὁ τοῦ Ἄρεως οἶκος ... συνίσταται β. Ptol.Tetr.1.19.2. βορρολιβικός, ή, όν [ῐβ] exposé au vent du nord-ouest, Procl. Ptol. 56. Étym. βορρόλιψ.