Γλαυκονόμη Save Γλαυκονόμη, Glauconome DGE Bailly 2024 Γλαυκονόμη -ης, ἡ Glaucónoma nereida, Hes.Th.256, Apollod.1.2.7. Γλαυκο·νόμη, ης (ἡ) Glaukonomè, Néréide, Hés. Th. 256 ; Apd. (γλαυκός 2, νέμω).