γλαυκινίδιον
γλαυκ-ῑνίδιον [νῐ], τό,
- = γλαυκίδιον, Amphis 35.
ict., dim. de γλαῦκος cazón pequeño Amphis 35.
γλαυκινίδιον, ου (τὸ) [ῑῐδ] petit glaucin, poisson de mer bleuâtre, Amphis (Ath. 295f).
Étym. *γλαυκῖνος ; cf. le suiv.
γλαυκινίδιον, [κῑ], τό, s. γλαυκίδιον.