γλαυκόφθαλμος
γλαυκόφθαλμος, ον,
- = γλαυκόμματος, Dsc. 1.125, Gal. 12.740.
que tiene los ojos claros, de color azul o gris azulado claro gener. como un rasgo de debilidad física
παιδία
γυναῖκες
• subst. οἱ γλαυκόφθαλμοι los de ojos claros
πρὸς γλαυκοφθάλμους ὥστε μέλανας ἔχειν τὰς κόρας
op. οἱ μελανόφθαλμοι
como más sensibles que éstos
• τό γ. ref. a los niños
(τὰ παιδία) εὐθὺς ... γενόμενα ἔοικε τῷ γλαυκοφθάλμῳ, ὕστερον δὲ τῷ μελανομμάτῳ
γλαυκ·όφθαλμος, ος, ον, qui a les yeux glauques, Diosc. 1, 179.
Étym. γλαυκός, ὀφθαλμός.
γλαυκόφθαλμος, blauäugig, Diosc.