Δημάρμενος Save DGE Bailly 2024 Δημάρμενος v. Δαμάρμενος. Δημ·άρμενος, ου (ὁ) Dèmarménos, h. Hdt. 5, 41 ; 6, 65. Étym. δῆμος, *ἄρω.